Αἰγιναίᾳ

Αἰγιναίᾱͅ , Αἰγιναίη
fem dat sg (attic doric aeolic)
Αἰγιναί̱ᾱͅ , Αἰγιναῖος
of the Aeginetan School
fem dat sg (attic doric aeolic)

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

Look at other dictionaries:

  • Αἰγιναία — Αἰγιναίᾱ , Αἰγιναίη fem nom/voc/acc dual Αἰγιναίᾱ , Αἰγιναίη fem nom/voc sg (attic doric aeolic) Αἰγιναί̱ᾱ , Αἰγιναῖος of the Aeginetan School fem nom/voc/acc dual Αἰγιναί̱ᾱ , Αἰγιναῖος of the Aeginetan School fem nom/voc sg (attic doric… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Αιγιναία — I Προσωνύμιο της Αρτέμιδος στην Αίγινα και στη Σπάρτη, όπου υπήρχαν ναοί της. II Μηνιαία εφημερίδα του 19ου αι. Το πρώτο φύλλο της κυκλοφόρησε στις 15 Μαρτίου 1831 και η έκδοσή της διακόπηκε τον Σεπτέμβριο του ίδιου έτους, ύστερα από τη δολοφονία …   Dictionary of Greek

  • Αἰγιναῖα — Αἰγιναῖος of the Aeginetan School neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Αἰγιναίας — Αἰγιναίᾱς , Αἰγιναίη fem acc pl Αἰγιναίᾱς , Αἰγιναίη fem gen sg (attic doric aeolic) Αἰγιναί̱ᾱς , Αἰγιναῖος of the Aeginetan School fem acc pl Αἰγιναί̱ᾱς , Αἰγιναῖος of the Aeginetan School fem gen sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Αἰγιναίαν — Αἰγιναίᾱν , Αἰγιναίη fem acc sg (attic doric aeolic) Αἰγιναί̱ᾱν , Αἰγιναῖος of the Aeginetan School fem acc sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Журнал — I от франц. слова journal, означающего собственно дневник, затем ежедневную газету; в русск. яз. так называются периодические издания, выходящие через большие, чем газета, промежутки времени. Общего слова, соответствующего русскому понятию журнал …   Энциклопедический словарь Ф.А. Брокгауза и И.А. Ефрона

  • Mustorydis — Mustorydis, Andreas, aus dem Geschlechte der Chrysoloras, geb. 1785 in Korfu, studirte in Pavia Jurisprudenz, wurde aber, nachdem er 1804 eine historische Schrift über sein Vaterland in Italienischer Sprache herausgegeben hatte, von dem… …   Pierer's Universal-Lexikon

  • Aeginaea — AEGINAEA, æ, Gr. Ἀιγιναία, ας, ein Beynamen der Diana, unter welchem sie ihren besondern Tempel zu Sparta hatte. Pausan. Lacon. c. 14 …   Gründliches mythologisches Lexikon

  • διάνοιγμα — το 1. ρήγμα, σχισμή 2. διεύρυνση, διαπλάτυνση 3. το τμήμα (δρόμου, κοίτης ποταμού κ.λπ.) που έχει διαπλατυνθεί. [ΕΤΥΜΟΛ. < διανοίγω. Η λ. μαρτυρείται από το 1831 στο περιοδικό σύγγραμμα Αιγιναία] …   Dictionary of Greek

  • θερμικός — Αυτός που έχει σχέση με τη θερμότητα ή τη θερμοκρασία. θ. αγωγιμότητα.Βλ. λ. αγωγιμότητα (θερμική). θ. ακτινοβολία. Βλ. λ. ακτινοβολία. θ. διαστολή. Βλ. λ. διαστολή. θ. ενέργεια.Βλ. λ. ενέργεια. θ. θόρυβος. Θόρυβος που οφείλεται στη θερμοδυναμική …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.